αρραβωνιαστικιά

ουσιαστικό

Γυναίκα που έχει αρραβωνιαστεί με κάποιον, δηλαδή έχει συνάψει δέσμευση για μελλοντικό γάμο.

Συνώνυμα

αρραβωνιασμένη μελλόνυμφη νύφη κοπέλα φίλη σύντροφος ερωμένη αρραβωνιάρα φιλενάδα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αρραβωνιαστικιά του φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα στο πάρτι.
  • Την αρραβωνιαστικιά που γνώρισα χθες την συμπάθησα αμέσως.
  • Ως αρραβωνιαστικιά, φρόντιζε τις πρόσκλησεις και τις λεπτομέρειες του αρραβώνα.
  • Μίλησαν για τα σχέδια του γάμου με την αρραβωνιαστικιά του.
  • Η αρραβωνιαστικιά ήταν πανευτυχής μετά την πρόταση.