αστείο
ουσιαστικό1. Σύντομη αφήγηση, έκφραση ή ευφυολόγημα με σκοπό να προκαλέσει γέλιο.
2. Πείραγμα, φάρσα ή μη σοβαρή συμπεριφορά για διασκέδαση.
3. Κατάσταση, ζήτημα ή υπόθεση ασήμαντη, ευτελής ή ανάξια σοβαρής αντιμετώπισης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην παρεξηγείσαι, ένα αστείο έκανα για να σπάσει ο πάγος.
- Το αστείο που είπε στην παρέα μάς έκανε όλους να ξεκαρδιστούμε.
- Η κατάσταση στην υγεία είναι κρίσιμη και δεν αποτελεί καθόλου αστείο.
- Δεν σηκώνει αστεία στη δουλειά του, απαιτεί απόλυτη πειθαρχία.