αυτοδυναμία
ουσιαστικό1. Η εξασφάλιση της απόλυτης πλειοψηφίας των εδρών από ένα πολιτικό κόμμα στο κοινοβούλιο, η οποία επιτρέπει τον σχηματισμό μονοκομματικής κυβέρνησης χωρίς ανάγκη συμμαχιών.
Συνώνυμα
αυτοτέλεια αυτονομία αυτάρκεια ανεξαρτησία πλειοψηφία κυριαρχία παντοδυναμία μονοκρατορία αυτενέργεια αυτοκυριαρχία αυτοδιάθεση αυτοδιαχείριση χειραφέτηση υπεροχή
Αντώνυμα
συγκυβέρνηση ετερονομία εξάρτηση συνασπισμός κηδεμονία υποτέλεια συμμαχία ετεροκαθορισμός μειοψηφία συνεργασία
Παραδείγματα χρήσης
- Το κυβερνών κόμμα έθεσε ως βασικό του εκλογικό στόχο την κατάκτηση της αυτοδυναμίας.
- Χωρίς κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, οι πολιτικοί αρχηγοί υποχρεώθηκαν να ξεκινήσουν διερευνητικές επαφές για κυβέρνηση συνεργασίας.
- Η οικονομική αυτοδυναμία είναι το πρώτο βήμα για να μπορέσει ένας νέος άνθρωπος να σταθεί στα πόδια του.
- Ο οργανισμός κατέκτησε πλήρη τεχνολογική αυτοδυναμία, μειώνοντας δραστικά το κόστος υποστήριξης από τρίτους.