αφυπνίζω
ρήμα1. Βγάζω κάποιον από την κατάσταση του ύπνου· ξυπνώ.
2. Βγάζω κάποιον από την αδράνεια, τον εφησυχασμό ή την πλάνη, κινητοποιώντας τη συνείδηση, την κρίση ή την προσοχή του.
Συνώνυμα
ξυπνώ συνεγείρω εξυπνώ εγείρω ευαισθητοποιώ κινητοποιώ διεγείρω ενεργοποιώ ξεσηκώνω ταρακουνώ κεντρίζω αναμοχλεύω αναζωπυρώνω ζωντανεύω εξάπτω παρακινώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διαπεραστικός ήχος του συναγερμού αφύπνισε αμέσως όλους τους ενοίκους της πολυκατοικίας.
- Το ντοκιμαντέρ κατάφερε να αφυπνίσει την οικολογική συνείδηση των πολιτών σχετικά με την κλιματική κρίση.
- Η παθιασμένη ομιλία της αφύπνισε το αγωνιστικό πνεύμα των εργαζομένων που βρίσκονταν σε απεργία.
- Μια παλιά μελωδία ήταν αρκετή για να αφυπνίσει μέσα του νοσταλγικές αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια.