βροντερά
επίρρημα1. Με πολύ δυνατό, εκκωφαντικό ήχο που μοιάζει με βροντή.
2. Με ένταση, επιβλητικότητα ή αποφασιστικότητα, ιδιαίτερα για λόγο, φωνή ή στάση.
Συνώνυμα
εκκωφαντικά ηχηρά δυνατά μεγαλόφωνα στεντόρεια παταγωδώς τρανταχτά θορυβωδώς επιβλητικά κεραυνοβόλα έντονα εμφατικά αποφασιστικά εκρηκτικά τρανά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αξιωματικός έδωσε βροντερά το παράγγελμα και οι στρατιώτες στάθηκαν αμέσως προσοχή.
- Τα κύματα χτυπούσαν βροντερά πάνω στα κοφτερά βράχια κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
- Το πλήθος απάντησε βροντερά με συνθήματα υπέρ της ελευθερίας.
- Γέλασε τόσο βροντερά που ακούστηκε σε ολόκληρο το κτίριο.