βρωμίζω

ρήμα

1. Κάνω κάτι ακάθαρτο, το λερώνω ή το γεμίζω λεκέδες και ρύπους.

2. Μολύνω ή υποβαθμίζω το φυσικό περιβάλλον με απορρίμματα ή χημικά.

3. (μεταφορικά) Αμαυρώνω την τιμή, την υπόληψη ή την ηθική ακεραιότητα κάποιου με πράξεις ή συκοφαντίες.

Συνώνυμα

λερώνω μαγαρίζω ρυπαίνω πασαλείβω πασαλείφω λασπώνω μουτζουρώνω μολύνω κηλιδώνω σπιλώνω μιαίνω αμαυρώνω τσαπατσουλίζω ατιμάζω ντροπιάζω

Αντώνυμα

καθαρίζω πλένω ξεπλένω απολυμαίνω εξαγνίζω λαμπικάρω γυαλίζω περιποιούμαι νοικοκυρεύω αποκαθιστώ

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρόσεχε πού πατάς, θα βρωμίσεις τα καινούργια σου παπούτσια.
  • Τα εργοστάσια της περιοχής βρωμίζουν τα νερά του ποταμού ανεξέλεγκτα.
  • Προσπάθησαν με ψέματα να βρωμίσουν την υπόληψή του, αλλά δεν τα κατάφεραν.
  • Τα παιδιά έπαιξαν στην αυλή και βρώμισαν τα ρούχα τους από πάνω μέχρι κάτω.