ντροπιάζω
ρήμα1. Φέρνω κάποιον σε εξαιρετικά δύσκολη, αμήχανη ή δυσάρεστη θέση, κάνοντάς τον να αισθανθεί ντροπή.
2. Προσβάλλω την τιμή, την αξιοπρέπεια ή το κύρος προσώπου, οικογένειας ή συνόλου με αναξιοπρεπείς ή ανήθικες πράξεις.
Συνώνυμα
ρεζιλεύω ξεφτιλίζω καταισχύνω εξευτελίζω ατιμάζω διαπομπεύω εκθέτω ταπεινώνω κηλιδώνω αμαυρώνω μειώνω προσβάλλω καταρρακώνω ξεφωνίζω κουρελιάζω ξεμπροστιάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με την απαράδεκτη στάση του κατάφερε να ντροπιάσει ολόκληρη την οικογένεια.
- Μη με ντροπιάζεις μπροστά στους καλεσμένους λέγοντας τέτοια πράγματα.
- Τέτοια φαινόμενα βίας ντροπιάζουν τον πολιτισμό και τη χώρα μας.
- Προσπάθησε να απολογηθεί, συνειδητοποιώντας πόσο βαθιά είχε ντροπιάσει τους συναδέλφους του.