εξυψώνω
ρήμα1. Κάνω κάποιον ή κάτι να βρεθεί σε υψηλότερη ή ανώτερη θέση ή επίπεδο, είτε σε φυσικό χώρο είτε σε μεταφορικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με τα χέρια μου εξυψώνω το μωρό για να το δείξουν στον κόσμο.
- Με τα λόγια μου εξυψώνω τον δάσκαλο για την αφοσίωσή του.
- Με την προσευχή εξυψώνω την ψυχή μου.
- Ανακαινίζοντας την πρόσοψη, εξυψώνω την είσοδο του σπιτιού.
- Με τα επιτεύγματά μου εξυψώνω την ομάδα και την εικόνα της εταιρείας.