γόνος
ουσιαστικό1. Άμεσος απόγονος ή τέκνο, συνηθέστερα οικογένειας με υψηλή κοινωνική, οικονομική ή ιστορική θέση.
2. Το σύνολο των γονιμοποιημένων αυγών, των προνυμφών ή των νεαρών ατόμων ψαριών και άλλων υδρόβιων οργανισμών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι γόνος παλιάς και επιφανούς οικογένειας της Κέρκυρας.
- Η εντατική υπεραλίευση με στενά δίχτυα καταστρέφει τον θαλάσσιο γόνο.
- Ως ο μοναδικός γόνος της δυναστείας, ανέλαβε νωρίς τα ηνία των επιχειρήσεων.
- Το λιμεναρχείο απαγόρευσε το ψάρεμα στην περιοχή ώστε να προστατευτεί ο γόνος των ψαριών.