δανείζομαι
ρήμα1. Λαμβάνω προσωρινά χρήματα ή κάποιο αντικείμενο από κάποιον, με τη ρητή ή σιωπηρή υποχρέωση να το επιστρέψω.
2. Χρησιμοποιώ ή υιοθετώ στοιχεία, λέξεις, ιδέες ή μορφές από άλλη γλώσσα, πηγή ή δημιουργό.
Συνώνυμα
παίρνω υιοθετώ αντλώ αρύομαι οικειοποιούμαι αντιγράφω χρεώνομαι πιστώνομαι λαμβάνω ιδιοποιούμαι μιμούμαι εισάγω μεταφέρω εμπνέομαι σφετερίζομαι
Αντώνυμα
δανείζω δανειοδοτώ επιστρέφω ξεχρεώνω εξοφλώ αποπληρώνω δίνω παρέχω πιστώνω παραχωρώ χρηματοδοτώ αποδίδω
Παραδείγματα χρήσης
- Αναγκάστηκε να δανειστεί ένα μεγάλο ποσό από την τράπεζα για να ανοίξει την επιχείρησή του.
- Συνηθίζει να δανείζεται βιβλία από τη δημοτική βιβλιοθήκη αντί να τα αγοράζει.
- Η ελληνική γλώσσα δανείζεται συχνά τεχνολογικούς όρους από τα αγγλικά.
- Μπορώ να δανειστώ το αυτοκίνητό σου για λίγες ώρες το απόγευμα;