μιμούμαι
ρήμα1. Επαναλαμβάνω τις κινήσεις, τη φωνή ή τη συμπεριφορά κάποιου άλλου, αναπαράγοντας πιστά τον τρόπο του για λόγους διασκέδασης, σάτιρας ή εκμάθησης.
2. Ακολουθώ το παράδειγμα κάποιου, έχοντάς τον ως πρότυπο συμπεριφοράς ή δράσης.
Συνώνυμα
αντιγράφω κοπιάρω υποδύομαι αναπαράγω προσομοιώνω παριστάνω πιθηκίζω μαϊμουδίζω ακολουθώ παραδειγματίζομαι παρωδώ σατιρίζω επαναλαμβάνω πλαστογραφώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κωμικός κατάφερε να μιμηθεί άψογα τη χαρακτηριστική φωνή του πολιτικού.
- Τα μικρά παιδιά έχουν την τάση να μιμούνται αβίαστα τις συνήθειες των γονέων τους.
- Το σύγχρονο αυτό συνθετικό υλικό κατασκευάστηκε για να μιμείται την όψη και την υφή του πραγματικού ξύλου.
- Αντί να προσπαθείς να μιμηθείς τους ανταγωνιστές σου, επικεντρώσου στη δική σου ταυτότητα.