διακινώ
ρήμα1. Μεταφέρω, προωθώ ή θέτω σε κυκλοφορία εμπορεύματα, αγαθά ή επιβάτες στο πλαίσιο εμπορικής και μεταφορικής δραστηριότητας.
2. Κυκλοφορώ ή διαδίδω πληροφορίες, έγγραφα ή ιδέες σε ένα σύνολο αποδεκτών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το λιμάνι του Πειραιά διακινεί εκατομμύρια εμπορευματοκιβώτια σε ετήσια βάση.
- Οι αρχές συνέλαβαν τα μέλη του κυκλώματος που διακινούσε λαθραία καπνικά προϊόντα.
- Μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα διακινούνται καθημερινά χιλιάδες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες.
- Η εταιρεία κατάφερε να διακινήσει τα αποθέματά της στην αγορά πριν από το τέλος του τριμήνου.