διαμοιρασμός
ουσιαστικό1. Χωρισμός και απόδοση αγαθών, καθηκόντων ή βαρών σε δύο ή περισσότερα μέρη ή πρόσωπα.
2. Παροχή κοινής πρόσβασης ή χρήσης σε υλικούς ή ψηφιακούς πόρους, δεδομένα και αρχεία.
Συνώνυμα
μοίρασμα διανομή κατανομή καταμερισμός επιμερισμός μοιρασιά μερισμός συνεπιμερισμός κοινοχρησία κοινοποίηση διάθεση διάδοση παραχώρηση εκχώρηση κατακερματισμός
Αντώνυμα
συγκέντρωση συσσώρευση μονοπώληση ιδιοποίηση αποθησαύριση παρακράτηση ενοποίηση συνένωση περισυλλογή
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δίκαιος διαμοιρασμός των φορολογικών βαρών αποτελεί βασική προϋπόθεση κοινωνικής ισότητας.
- Ενεργοποίησε τον διαμοιρασμό οθόνης για να δούμε όλοι τις διαφάνειες της παρουσίασης.
- Προέκυψαν έντονες εντάσεις ανάμεσα στα αδέλφια κατά τον διαμοιρασμό της πατρικής κληρονομιάς.
- Ο παράνομος διαμοιρασμός αρχείων μέσω διαδικτύου διώκεται από τη νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας.