εθελοντικός
επίθετο1. Που γίνεται με ελεύθερη βούληση, από προσωπική επιλογή και χωρίς κανέναν εξωτερικό καταναγκασμό ή υποχρέωση.
2. Που προσφέρεται χωρίς απαίτηση οικονομικής αμοιβής, συνήθως για κοινωφελή ή ανθρωπιστικό σκοπό.
Συνώνυμα
εκούσιος αυτόβουλος αυτοπροαίρετος προαιρετικός αβίαστος ακατανάγκαστος ιδιοθελής αυθόρμητος αφιλοκερδής ανιδιοτελής άμισθος αμίσθωτος ελεύθερος αυτόκλητος
Αντώνυμα
υποχρεωτικός αναγκαστικός ακούσιος επιβεβλημένος καταναγκαστικός εξαναγκασμένος επιτακτικός έμμισθος κερδοσκοπικός ιδιοτελής
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμμετοχή στη δράση καθαρισμού της ακτής είναι καθαρά εθελοντική.
- Εργάζεται ενεργά σε έναν εθελοντικό οργανισμό για την περίθαλψη αδέσποτων ζώων.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε πρόγραμμα εθελοντικής αποχώρησης για τους παλαιότερους εργαζομένους.
- Προσέφερε για χρόνια εθελοντική εργασία στο κοινωνικό παντοπωλείο του δήμου.