αναγκαστικός

επίθετο

1. Που επιβάλλεται υποχρεωτικά από νόμο, κανονισμό, ανάγκη ή έκτακτες συνθήκες.

2. Που γίνεται χωρίς τη θέληση ή τη συναίνεση κάποιου, κατόπιν πίεσης, βίας ή εξαναγκασμού.

3. Που προκύπτει ως αναπόφευκτη συνέπεια συγκεκριμένων καταστάσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

προαιρετικός εκούσιος οικειοθελής εθελοντικός ελεύθερος αυτόβουλος αυτοπροαίρετος ηθελημένος αυθόρμητος αποφευκτός

Παραδείγματα χρήσης

  • Το αεροπλάνο πραγματοποίησε αναγκαστική προσγείωση λόγω ξαφνικής μηχανικής βλάβης.
  • Η παρακολούθηση των μαθημάτων είναι αναγκαστική για όλους τους πρωτοετείς φοιτητές.
  • Χαιρέτησε τους παρευρισκόμενους με ένα αναγκαστικό χαμόγελο που δεν έκρυβε τη δυσαρέσκειά του.
  • Η μείωση του προσωπικού ήταν μια αναγκαστική απόφαση για να σωθεί η εταιρεία από τη χρεοκοπία.