ειδίκευση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της απόκτησης εξειδικευμένων γνώσεων, δεξιοτήτων και κατάρτισης σε ένα συγκεκριμένο επιστημονικό, τεχνικό ή επαγγελματικό πεδίο.
Συνώνυμα
εξειδίκευση ειδικότητα κατάρτιση επιμόρφωση κατεύθυνση μετεκπαίδευση εμπειρογνωμοσύνη τεχνογνωσία προσανατολισμός μύηση εκπαίδευση προσαρμογή εξοικείωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά την αποφοίτησή του από την ιατρική σχολή, ξεκίνησε την ειδίκευση στην παιδιατρική.
- Η αγορά εργασίας απαιτεί πλέον υψηλή ειδίκευση και διαρκή επικαιροποίηση των δεξιοτήτων.
- Στο πανεπιστήμιο επέλεξε τον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως βασική ειδίκευση.
- Η στενή ειδίκευση του εργοστασίου σε ένα μόνο προϊόν αποδείχθηκε επικίνδυνη για τη βιωσιμότητά του.