εκπομπός
ουσιαστικό1. Συσκευή, μηχανισμός ή σύστημα που παράγει και εκπέμπει ηλεκτρομαγνητικά κύματα ή σήματα (τηλεπικοινωνιακά, ραδιοφωνικά κ.ά.).
2. Οποιοδήποτε σώμα, οργανισμός ή πηγή που εκλύει ή εκπέμπει ακτινοβολία, θερμότητα, φως, ήχο ή ουσίες.
Συνώνυμα
πομπός μεταδότης ραδιοπομπός τηλεπομπός ακτινοβολητής διαβιβαστής αποστολέας πηγή αναμεταδότης διαχύτης ρυπαντής φορέας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι τεχνικοί επισκεύασαν τον εκπομπό του σταθμού στην κορυφή του βουνού.
- Το άτομο λειτουργεί ως εκπομπός φωτονίων όταν αποδιεγείρεται.
- Στη θεωρία της επικοινωνίας, η κατανόηση του μηνύματος εξαρτάται από τον κώδικα που μοιράζονται ο εκπομπός και ο δέκτης.
- Η χώρα μας παραμένει σημαντικός εκπομπός αερίων του θερμοκηπίου στην περιοχή.