συλλέκτης

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που συγκεντρώνει συστηματικά και διαφυλάσσει αντικείμενα ορισμένης κατηγορίας ή αξίας (π.χ. έργα τέχνης, γραμματόσημα, νομίσματα).

Συνώνυμα

συγκεντρωτής συναγωγέας υποδοχέας θησαυριστής αποταμιευτής ερανιστής σταχυολόγος αποδέκτης δέκτης σωρευτής φιλότεχνος βιβλιόφιλος τρυγητής

Αντώνυμα

διασκορπιστής σκορπιστής διανομέας πομπός εκπομπός δότης σπάταλος σκορποχέρης παροχέας

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι μανιώδης συλλέκτης παλιών νομισμάτων και σπάνιων γραμματοσήμων.
  • Ο ηλιακός συλλέκτης στην ταράτσα εξασφαλίζει άφθονο ζεστό νερό κατά τους θερινούς μήνες.
  • Στη δημοπρασία συγκεντρώθηκαν γνωστοί συλλέκτες έργων τέχνης από ολόκληρο τον κόσμο.
  • Χρειάστηκε να καθαριστεί ο κεντρικός συλλέκτης των ομβρίων υδάτων για να αποφευχθούν πλημμύρες.