εκτιμητός
επίθετο1. Που προκαλεί εκτίμηση ή σεβασμό λόγω αρετών, συμπεριφοράς, προσφοράς ή αξίας.
2. Που μπορεί να εκτιμηθεί ή να αξιολογηθεί σε αξία, ποιότητα ή σημασία.
Συνώνυμα
αξιοσέβαστος σεβαστός αξιότιμος ευυπόληπτος τιμητός έντιμος αξιέπαινος αξιόλογος διακεκριμένος εντιμότατος εκλεκτός ευπρόσδεκτος αρεστός αγαπητός σπουδαίος επιφανής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής είναι εκτιμητός για τη δουλειά του.
- Υπάρχει ένα εκτιμητό όφελος από το πρόγραμμα.
- Οι συνάδελφοί του τον θεωρούν εκτιμητό.
- Χρειάζεται εκτιμητός χρόνος για να ολοκληρωθεί το έργο.
- Στην κοινότητα οι ηλικιωμένοι είναι εκτιμητοί για την πείρα τους.