ελαττώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι να γίνει λιγότερο σε ποσότητα, μέγεθος, βαθμό, ένταση ή τιμή.
2. Προσδίδω σε κάτι μικρότερη αξία, σημασία ή αποτελεσματικότητα, με συνέπεια να εμφανίζεται ασθενέστερο ή λιγότερο σημαντικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ελαττώνω την κατανάλωση αλατιού για λόγους υγείας.
- Κάθε φορά που οδηγώ, ελαττώνω την ταχύτητα σε στενά δρομάκια.
- Στο σπίτι προσπαθώ να ελαττώνω τα έξοδα ενέργειας με μικρές αλλαγές.
- Σε συναυλία ελαττώνω την ένταση όταν βλέπω ότι ενοχλώ τους γείτονες.
- Στη δουλειά ελαττώνω τις εκπομπές ρύπων βελτιώνοντας τη διαδικασία παραγωγής.