διογκώνω
ρήμα1. Αυξάνω τον όγκο ή τις φυσικές διαστάσεις ενός σώματος (με αέρα, υγρό ή λόγω φυσικοχημικής διαδικασίας).
2. Παρουσιάζω κάτι ως σημαντικότερο, μεγαλύτερο ή σοβαρότερο από ό,τι είναι στην πραγματικότητα· υπερβάλλω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ξεφουσκώνω συρρικνώνω μικραίνω μειώνω συστέλλω ελαττώνω συμπιέζω υποβαθμίζω υποτιμώ μετριάζω αμβλύνω
Παραδείγματα χρήσης
- Η υγρασία έκανε το ξύλο να διογκωθεί και η πόρτα δεν κλείνει πια εύκολα.
- Τα μέσα ενημέρωσης τείνουν να διογκώνουν τις διαφωνίες για να κερδίσουν θεαματικότητα.
- Οι αλόγιστες σπατάλες της διοίκησης διόγκωσαν το χρέος της επιχείρησης σε επικίνδυνο βαθμό.
- Η θερμότητα διογκώνει τα αέρια που βρίσκονται εγκλωβισμένα στον θάλαμο.