συστέλλω
ρήμα1. Μειώνω τον όγκο, το μέγεθος ή την έκταση ενός σώματος, κάνοντάς το να μαζευτεί (π.χ. από επίδραση ψύχους ή μυϊκή σύσπαση).
2. Περιορίζω, ελαττώνω ή περικόπτω (δαπάνες, έξοδα, δραστηριότητες).
3. Κάνω κάποιον να νιώθει ντροπή, συστολή ή δισταγμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κρύο κάνει τα περισσότερα μέταλλα να συστέλλονται.
- Η καρδιά πρώτα συστέλλει τις κοιλίες της για να διοχετεύσει το αίμα στο σώμα.
- Λόγω της οικονομικής κρίσης, η επιχείρηση αναγκάστηκε να συστείλει σημαντικά τις δαπάνες της.
- Το αυστηρό βλέμμα του καθηγητή τον έκανε να συσταλεί και να μην τολμήσει να απαντήσει.