στενεύω

ρήμα

1. Κάνω κάτι λιγότερο φαρδύ ή γίνομαι πιο στενός σε πλάτος, όγκο ή διάσταση.

2. Περιορίζω ή λιγοστεύω τα χρονικά ή άλλα περιθώρια και δυνατότητες.

3. Φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση, αμηχανία ή οικονομική δυσχέρεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δρόμος στενεύει απότομα μετά τη γέφυρα και χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
  • Έβαλε μερικά κιλά στις γιορτές και τώρα τον στενεύει το παντελόνι του.
  • Όσο πλησιάζει η ημερομηνία παράδοσης του έργου, τα χρονικά περιθώρια στενεύουν.
  • Οι απρόβλεπτες δαπάνες του προηγούμενου μήνα μάς στένεψαν αρκετά οικονομικά.