εμπλουτίζω
ρήμα1. Κάνω κάτι πλουσιότερο σε περιεχόμενο, ποιότητα, ποικιλία ή αξία, προσθέτοντας νέα χρήσιμα ή ενδιαφέροντα στοιχεία.
2. Αυξάνω τη συγκέντρωση ή την περιεκτικότητα ενός συγκεκριμένου συστατικού σε ένα μείγμα, υλικό ή προϊόν.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθεί να εμπλουτίσει το λεξιλόγιό του διαβάζοντας καθημερινά εξωσχολικά βιβλία.
- Το μουσείο εμπλούτισε τη μόνιμη συλλογή του με σπάνια έργα της νεοελληνικής τέχνης.
- Το σχολικό πρόγραμμα εμπλουτίζεται φέτος με καινοτόμες δράσεις περιβαλλοντικής εκπαίδευσης.
- Πολλά άλευρα και δημητριακά εμπλουτίζονται με βιταμίνες και ιχνοστοιχεία πριν βγουν στην αγορά.