εμπρηστής
ουσιαστικό1. Αυτός που προκαλεί σκόπιμα ή κακόβουλα πυρκαγιά σε ξένη περιουσία, κτίσμα ή δασική έκταση.
2. Αυτός που υποδαυλίζει εντάσεις, διχόνοιες, ταραχές ή πολεμικές συγκρούσεις.
Συνώνυμα
πυρπολητής υποδαυλιστής μπουρλοτιέρης υποκινητής δολιοφθορέας σαμποτέρ προβοκάτορας ταραχοποιός πυρομανής στασιαστής πολεμοκάπηλος ραδιούργος ανατροπέας καταστροφέας
Αντώνυμα
πυροσβέστης ειρηνοποιός συμφιλιωτής κατευναστής ειρηνιστής μεσολαβητής γεφυρωτής προστάτης διασώστης
Παραδείγματα χρήσης
- Η αστυνομία συνέλαβε έναν ύποπτο εμπρηστή για τη μεγάλη φωτιά στο πευκοδάσος.
- Με τις εμπρηστικές δηλώσεις του λειτούργησε ως πολιτικός εμπρηστής που δυναμίτισε το κλίμα.
- Οι εμπρηστές είχαν τοποθετήσει αυτοσχέδιο μηχανισμό στην είσοδο της πολυκατοικίας.
- Στη διεθνή διπλωματία θεωρείται διαχρονικά ένας επικίνδυνος εμπρηστής της περιφερειακής ειρήνης.