μεσολαβητής
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που παρεμβαίνει με ουδέτερο τρόπο ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες αντιμαχόμενες πλευρές με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας, συνεννόησης ή συμβιβασμού.
Συνώνυμα
διαμεσολαβητής ενδιάμεσος συμβιβαστής διαιτητής διαπραγματευτής ειρηνοποιός μεσίτης συνδιαλλακτής διακανονιστής γεφυροποιός επιδιαιτητής αντιπρόσωπος προξενητής πράκτορας διαβιβαστής
Αντώνυμα
αντίδικος διάδικος συμβαλλόμενος αντιμαχόμενος υποκινητής διχαστής υποδαυλιστής ανταγωνιστής ταραχοποιός προβοκάτορας
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διεθνής οργανισμός ανέλαβε τον ρόλο του μεσολαβητή για την κατάπαυση του πυρός.
- Χρειάστηκε η παρέμβαση ενός έμπειρου μεσολαβητή για να λυθεί η εργατική διαφωνία.
- Στις εμπορικές συμφωνίες, οι μεσολαβητές συχνά αμείβονται με ποσοστό επί των κερδών.
- Η ισταμίνη δρα ως βασικός χημικός μεσολαβητής στις αλλεργικές αντιδράσεις του οργανισμού.