διαιτητής
ουσιαστικό1. Πρόσωπο επιφορτισμένο με την επίβλεψη της τήρησης των κανονισμών και την απονομή δικαιοσύνης σε έναν αθλητικό αγώνα.
2. Πρόσωπο κοινής αποδοχής ή ορισμένο από αρχή που αναλαμβάνει να επιλύσει εξωδικαστικά μια διαφορά ανάμεσα σε αντιμαχόμενα μέρη.
Συνώνυμα
ρέφερι κριτής μεσολαβητής διαμεσολαβητής αγωνοδίκης επιδιαιτητής συμβιβαστής κοράκι ελλανοδίκης δικαστής επόπτης διακανονιστής ειρηνοποιός άρχοντας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διαιτητής σφύριξε τη λήξη του αγώνα μέσα σε έντονες αποδοκιμασίες από την κερκίδα.
- Οι δύο εταιρείες συμφώνησαν να ορίσουν ανεξάρτητο διαιτητή για τη μεταξύ τους οικονομική διαφορά.
- Ο έμπειρος διαιτητής δεν επηρεάστηκε από τις διαμαρτυρίες των ποδοσφαιριστών και έδειξε αμέσως την κόκκινη κάρτα.
- Η υπόθεση παραπέμφθηκε σε τριμελές σώμα διαιτητών αντί για τα τακτικά δικαστήρια.