ενθύμηση

ουσιαστικό

1. Ανάκληση προσώπου, γεγονότος ή βιώματος στη μνήμη· αναπόληση παρελθούσας κατάστασης.

2. Αντικείμενο που φυλάσσεται ή προσφέρεται για να θυμίζει κάποιον ή κάτι· αναμνηστικό.

Συνώνυμα

ανάμνηση θύμηση ενθύμιο αναμνηστικό μνήμη υπόμνηση ανάκληση αναπόληση κειμήλιο μνημόνευση σουβενίρ νοσταλγία σημείωμα υπόμνημα απομνημόνευση

Αντώνυμα

λήθη λησμοσύνη ξεχασιά ξεχασμός αμνησία αμνημοσύνη αποσιώπηση παραγνώριση

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παλιά φωτογραφία ξύπνησε μέσα του μια γλυκιά ενθύμηση από τα παιδικά του χρόνια.
  • Μου χάρισε ένα ασημένιο δαχτυλίδι ως ενθύμηση της πολυετούς φιλίας μας.
  • Στο περιθώριο του παλιού ευαγγελίου σώζεται μια σύντομη ενθύμηση για τον σεισμό του 1821.
  • Η ενθύμηση των ηρωικών πράξεων των προγόνων αποτελεί χρέος κάθε νέας γενιάς.