θύμηση
ουσιαστικό1. Η επαναφορά στη συνείδηση προσώπων, γεγονότων ή εμπειριών του παρελθόντος· ανάμνηση.
2. Αντικείμενο που φυλάσσεται για να διατηρεί ζωντανή τη μνήμη ενός προσώπου ή γεγονότος· ενθύμιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μια γλυκιά θύμηση από τα παιδικά του χρόνια τον έκανε να χαμογελάσει.
- Κράτησε αυτό το παλιό δαχτυλίδι για θύμηση από τη γιαγιά της.
- Οι κιτρινισμένες φωτογραφίες ξύπνησαν μέσα του θύμησες που νόμιζε πως είχαν χαθεί για πάντα.
- Η θύμηση εκείνης της δύσκολης περιόδου εξακολουθεί να του προκαλεί θλίψη.