εξαφάνιση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα του να παύει κάτι να είναι ορατό, ανιχνεύσιμο ή παρόν, είτε προσωρινά είτε οριστικά.
2. Κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή φαινόμενο λείπει χωρίς γνωστή αιτία ή εξήγηση, προκαλώντας αναζήτηση ή ανησυχία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εμφάνιση επανεμφάνιση παρουσία ύπαρξη ανεύρεση αναγέννηση εύρεση αναβίωση εντόπιση εντοπισμός ανακάλυψη παραμονή σημάδι αποτύπωμα δημιουργία γέννηση προβολή καταγραφή παραγωγή ανάδειξη ανάκτηση ανάσταση απεικόνιση δημιούργημα επικράτηση κληρονομιά χάραγμα έλευση αναπαραγωγή γένεση θέαση σώσιμο διατήρηση επιβίωση συνέχιση παρουσίαση απόκτηση καταχώριση φανέρωση απόθεση
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξαφάνιση του παιδιού συγκλόνισε την κοινότητα.
- Ανησυχώ για την εξαφάνιση των μελισσών στην περιοχή.
- Η εξαφάνιση των αρχείων προκάλεσε προβλήματα στην έρευνα.
- Καταγράψαμε την ξαφνική εξαφάνιση της ομίχλης μέσα σε λίγα λεπτά.
- Η εξαφάνιση των στοιχείων από το φάκελο ήταν ύποπτη.