παραγωγή
ουσιαστικό1. Δημιουργία αγαθών ή υπηρεσιών μέσω της μετατροπής πρώτων υλών και της αξιοποίησης εργασίας και κεφαλαίου.
2. Ποσότητα αγαθών που προκύπτει από μια βιομηχανική, αγροτική ή οικονομική δραστηριότητα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παραγωγή του εργοστασίου αυξήθηκε πέρυσι λόγω νέων μηχανημάτων.
- Η παραγωγή των σιτηρών στην περιοχή φέτος ήταν υψηλή.
- Μια νέα θεατρική παραγωγή θα παρουσιαστεί τον Δεκέμβριο.
- Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας βασίζεται κυρίως σε ανανεώσιμες πηγές.
- Η παραγωγή νέων λέξεων στη γλώσσα είναι συνεχής.