εξουθένωση
ουσιαστικό1. Κατάσταση πλήρους σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής κόπωσης· υπερκόπωση.
2. Ολοκληρωτική συντριβή, καταστροφή ή εκμηδένιση αντιπάλου.
3. Βαθιά ηθική μείωση, ταπείνωση ή εξευτελισμός.
Συνώνυμα
εξάντληση υπερκόπωση ξεθέωμα εκμηδένιση καταπόνηση καταβολή αποκάμωμα ξεπάτωμα συντριβή εξευτελισμός ταπείνωση ισοπέδωση εξολόθρευση κούραση αφανισμός κόπωση ατονία καταβαράθρωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από δεκατέσσερις ώρες αδιάκοπης χειρωνακτικής εργασίας, ένιωσε μια βαθιά εξουθένωση να τον παραλύει.
- Η στρατηγική του στρατού απέβλεπε στη σταδιακή οικονομική και στρατιωτική εξουθένωση των αντιπάλων.
- Τα συμπτώματα της επαγγελματικής εξουθένωσης ήταν πλέον ορατά στην υγεία και τη διάθεσή της.
- Η ψυχολογική εξουθένωση που υπέστη κατά τη διάρκεια της δίκης αποδείχθηκε δυσβάσταχτη.