επανειλημμένα
επίρρημαΠολλές φορές, με διαρκή επανάληψη του ίδιου γεγονότος, της ίδιας ενέργειας ή κατάστασης.
Συνώνυμα
επανειλημμένως πολλάκις πλειστάκις συχνότατα αλλεπάλληλα συχνά τακτικά αδιαλείπτως συνεχώς διαρκώς ακατάπαυστα αδιάκοπα πολλαπλά ξανά πάλι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σου έχω ζητήσει επανειλημμένα να μην αφήνεις τα πράγματά σου στο πάτωμα.
- Ο υπουργός ρωτήθηκε επανειλημμένα για το ζήτημα, αλλά αρνήθηκε να απαντήσει.
- Έχει αποδειχθεί επανειλημμένα στην πράξη ότι αυτή η μέθοδος είναι αναποτελεσματική.
- Οι κάτοικοι της περιοχής είχαν προειδοποιήσει επανειλημμένα τις αρχές για τον κίνδυνο κατολίσθησης.