ακατάπαυστα

επίρρημα

Χωρίς διακοπή, παύση ή ανάπαυλα· με συνεχή και αμείωτη ένταση.

Συνώνυμα

αδιάκοπα ασταμάτητα αδιάλειπτα συνεχώς διαρκώς απαύστως ακατάσχετα αενάως διηνεκώς ατέρμονα ασίγαστα συνεχόμενα αδιάπτωτα ανελλιπώς ακοίμητα μονίμως

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έβρεχε ακατάπαυστα για τρεις ολόκληρες ημέρες, προκαλώντας σοβαρές πλημμύρες στην πεδιάδα.
  • Δούλευε ακατάπαυστα από τα ξημερώματα μέχρι αργά το βράδυ για να ολοκληρώσει το έργο.
  • Το μωρό έκλαιγε ακατάπαυστα εξαιτίας των πόνων στα δόντια του.
  • Η μηχανή του εργοστασίου βούιζε ακατάπαυστα σε όλη τη διάρκεια της βάρδιας.