εφήμερα

επίρρημα

1. Κατά τρόπο παροδικό, για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς διάρκεια στον χρόνο.

2. Με προσήλωση αποκλειστικά στην παρούσα στιγμή, χωρίς μακροπρόθεσμη προοπτική ή σταθερότητα.

Συνώνυμα

παροδικά πρόσκαιρα προσωρινά βραχύβια φευγαλέα περαστικά στιγμιαία μεταβατικά βραχυχρόνια μονοήμερα αναλώσιμα ρευστά επιφανειακά επεισοδιακά αστάθμητα

Αντώνυμα

μόνιμα αιώνια διαρκώς παντοτινά διηνεκώς διαχρονικά σταθερά αέναα μακροχρόνια μακροπρόθεσμα ακατάπαυστα

Παραδείγματα χρήσης

  • Προτίμησε να ζήσει εφήμερα, απολαμβάνοντας τις χαρές της στιγμής χωρίς καμία σκέψη για το μέλλον.
  • Η διασημότητα που απέκτησε μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έλαμψε μόνο εφήμερα.
  • Το μέτρο εφαρμόστηκε εφήμερα για να αντιμετωπιστεί η κρίση, όμως τελικά διατηρήθηκε για μήνες.
  • Ο ενθουσιασμός τους εκδηλώθηκε εφήμερα και γρήγορα έδωσε τη θέση του στην απογοήτευση.