πρόσκαιρα

επίρρημα

1. Για περιορισμένο χρονικό διάστημα, όχι μόνιμα ή οριστικά.

2. Με τρόπο εφήμερο, σύντομο ή παροδικό.

Συνώνυμα

προσωρινά παροδικά εφήμερα προσκαίρως προσωρινώς παροδικώς περαστικά βραχύχρονα βραχυπρόθεσμα μεταβατικά φευγαλέα ολιγοχρόνια στιγμιαία στιγμιαίως λίγο επισφαλώς ασταθώς

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κυκλοφορία των οχημάτων διακόπηκε πρόσκαιρα εξαιτίας κατολίσθησης στο οδόστρωμα.
  • Έμεινε πρόσκαιρα στο σπίτι ενός φίλου του μέχρι να ολοκληρωθεί η μετακόμιση.
  • Τα έκτακτα μέτρα εφαρμόστηκαν πρόσκαιρα προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάσταση.
  • Η ανακούφιση που ένιωσε ήταν μόνο πρόσκαιρα αποτελεσματική, καθώς το πρόβλημα παρέμενε.