ασταμάτητα
επίρρημαΧωρίς καμία διακοπή, παύση ή εφησυχασμό· με συνεχή, αδιάλειπτη και αμείωτη διάρκεια.
Συνώνυμα
αδιάκοπα ακατάπαυστα συνεχώς διαρκώς συνέχεια αδιάλειπτα αδιαλείπτως απαύστως αδιακόπως ακατάπαυτα αενάως ακατάσχετα ασίγαστα αδιάπτωτα ατέρμονα ατέλειωτα συνεχόμενα ανελλιπώς μόνιμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβρεχε ασταμάτητα για τρεις ολόκληρες μέρες, με αποτέλεσμα να πλημμυρίσουν οι δρόμοι.
- Δούλευε ασταμάτητα όλη τη νύχτα για να προλάβει την αυστηρή προθεσμία.
- Μιλούσε ασταμάτητα στο τηλέφωνο και δεν άφηνε κανέναν άλλον να πάρει τον λόγο.
- Το ρολόι στον τοίχο χτυπούσε ασταμάτητα, υπενθυμίζοντας το γρήγορο πέρασμα της ώρας.