περιοδικά
επίρρημα1. Κατά τακτά χρονικά διαστήματα, με κανονική και προκαθορισμένη επανάληψη.
2. Κατά περιόδους, με διαλείμματα ή διακοπές, μη συνεχόμενα.
Συνώνυμα
περιοδικώς τακτικά τακτικώς διαλειπόντως επαναληπτικά κυκλικά ρυθμικά διακεκομμένα διακοπτόμενα εποχιακά εποχικώς σποραδικά εναλλάξ αραιά αποσπασματικά ενίοτε
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εξοπλισμός του εργοστασίου ελέγχεται περιοδικά για τυχόν φθορές.
- Το συγκεκριμένο καιρικό φαινόμενο επανέρχεται περιοδικά κάθε άνοιξη.
- Πρέπει να επισκέπτεσαι περιοδικά τον οδοντίατρο για προληπτικό καθαρισμό.
- Οι υπάλληλοι αξιολογούνται περιοδικά από τη διεύθυνση της εταιρείας.