επικερδής
επίθετο1. Που αποφέρει σημαντικό οικονομικό κέρδος ή μεγάλα έσοδα.
2. Που εξασφαλίζει γενικότερο όφελος, πλεονέκτημα ή θετικό αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
κερδοφόρος προσοδοφόρος κερδαλέος συμφέρων επωφελής αποδοτικός χρυσοφόρος ωφέλιμος πλουτοφόρος λυσιτελής καρποφόρος παραγωγικός αβανταδόρικος ευνοϊκός χρήσιμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επένδυση στα ακίνητα αποδείχθηκε εξαιρετικά επικερδής για την εταιρεία.
- Παραιτήθηκε από τη δουλειά του για να ξεκινήσει μια πιο επικερδή επιχειρηματική δραστηριότητα.
- Υπέγραψε μια ιδιαίτερα επικερδή συμφωνία με διεθνή εμπορικό όμιλο.
- Το εμπόριο σπάνιων αντικειμένων μπορεί να είναι επικερδές, ενέχει όμως και μεγάλους κινδύνους.