προσοδοφόρος

επίθετο

1. Αυτός που αποφέρει πρόσοδο, κέρδος ή οικονομικό όφελος.

2. (μεταφορικά) Αυτός που αποδίδει πλούσιους καρπούς ή θετικά αποτελέσματα· παραγωγικός, γόνιμος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αγορά του ακινήτου αποδείχθηκε μια εξαιρετικά προσοδοφόρα επένδυση για την οικογένεια.
  • Αναζητούν νέες και πιο προσοδοφόρες επιχειρηματικές δραστηριότητες στην αγορά τεχνολογίας.
  • Η εκμετάλλευση του ορυχείου υπήρξε διαχρονικά ένας ιδιαίτερα προσοδοφόρος τομέας για την τοπική οικονομία.
  • Παρά τη γενικότερη κρίση, η εταιρεία κατάφερε να διατηρήσει τις προσοδοφόρες συμφωνίες της με το εξωτερικό.