επισημοποιώ
ρήμα1. Προσδίδω επίσημο χαρακτήρα, κύρος ή τυπική ισχύ σε κάτι (συμφωνία, απόφαση, κατάσταση).
2. Ανακοινώνω ή γνωστοποιώ κάτι δημόσια και με υπεύθυνο τρόπο.
3. Προχωρώ σε γάμο ή αρραβώνα, δίνοντας νομική ή κοινωνική υπόσταση σε μια ερωτική σχέση.
Συνώνυμα
επικυρώνω κυρώνω νομιμοποιώ κατοχυρώνω επισφραγίζω θεσμοποιώ δημοσιοποιώ ανακοινώνω καθιερώνω γνωστοποιώ επιβεβαιώνω διακηρύσσω προσυπογράφω θεσπίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ζευγάρι αποφάσισε να επισημοποιήσει τη σχέση του μετά από πέντε χρόνια κοινής πορείας.
- Η διοίκηση της ομάδας αναμένεται να επισημοποιήσει τη συμφωνία με τον νέο προπονητή αύριο.
- Το υπουργείο επισημοποίησε την απόφασή του με σχετικό προεδρικό διάταγμα.
- Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, οι δύο εταιρείες επισημοποίησαν τη συγχώνευσή τους.