καθιερώνω
ρήμα1. Εισάγω κάτι ως μόνιμη συνήθεια, κανόνα, έθιμο ή θεσμό· επιβάλλω κάτι ώστε να γίνει γενικά αποδεκτό.
2. Αναγνωρίζω κάποιον ή κάτι ως κορυφαίο, έγκυρο ή επιτυχημένο σε έναν τομέα.
Συνώνυμα
θεσπίζω θεσμοθετώ εδραιώνω παγιώνω καταξιώνω επιβάλλω στεριώνω ριζώνω εισάγω αναγνωρίζω νομιμοποιώ επικυρώνω αφιερώνω εγκαθιδρύω αγιάζω χειροτονώ εγκαινιάζω ορίζω κανονίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εταιρεία αποφάσισε να καθιερώσει την τετραήμερη εργασία σε πιλοτική βάση.
- Με αυτό το βιβλίο κατάφερε να καθιερωθεί ανάμεσα στους κορυφαίους συγγραφείς της εποχής του.
- Το έθιμο αυτό καθιερώθηκε πριν από πολλούς αιώνες και τηρείται απαρέγκλιτα μέχρι σήμερα.
- Ο επίσκοπος τέλεσε τη λειτουργία για να καθιερώσει τον νέο ναό.