θεσμοθετώ
ρήμα1. Καθιερώνω ή ρυθμίζω κάτι με επίσημο νόμο, διάταγμα ή κρατικό κανονισμό.
2. Εισάγω, νομιμοποιώ και παγιώνω μια διαδικασία, συνήθεια, πρακτική ή εκδήλωση σε μόνιμη βάση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κυβέρνηση αποφάσισε να θεσμοθετήσει ένα νέο πλαίσιο για την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων.
- Με τη νέα διάταξη θεσμοθετείται η καθολική πρόσβαση των πολιτών στις ψηφιακές υπηρεσίες υγείας.
- Ο δήμος θεσμοθέτησε ένα ετήσιο φεστιβάλ κινηματογράφου που προσέλκυσε επισκέπτες από όλη τη χώρα.
- Είναι ανάγκη να θεσμοθετηθούν αυστηρότεροι κανόνες ελέγχου για τη διαφάνεια των δημόσιων δαπανών.