εποικοδομητικός
επίθετο1. Αυτός που συμβάλλει θετικά στην εξέλιξη, στην πρόοδο ή στην επίλυση ενός ζητήματος μέσω ουσιαστικής συνεισφοράς.
2. Που αποσκοπεί στη δημιουργία, στη βελτίωση και στο θετικό αποτέλεσμα, αποφεύγοντας την άγονη ή καταστροφική αντιπαράθεση.
Συνώνυμα
γόνιμος παραγωγικός δημιουργικός ωφέλιμος επωφελής χρήσιμος καρποφόρος θετικός αποδοτικός λυσιτελής βοηθητικός ευεργετικός συντελεστικός προαγωγικός
Αντώνυμα
αποδομητικός καταστροφικός αντιπαραγωγικός στείρος άγονος υπονομευτικός ανώφελος ατελέσφορος αρνητικός άσκοπος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διάλογος ανάμεσα στους δύο ηγέτες υπήρξε ιδιαίτερα εποικοδομητικός.
- Δέχομαι ευχαρίστως την εποικοδομητική κριτική, καθώς με βοηθά να βελτιωθώ.
- Οι δύο εταιρείες είχαν μια εποικοδομητική συνεργασία που απέφερε καρπούς.
- Κατέθεσε προτάσεις με καθαρά εποικοδομητικό χαρακτήρα για την αναβάθμιση του σχεδίου.