ευελιξία

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα υλικού ή σώματος να κάμπτεται, να λυγίζει ή να κινείται με ευκολία χωρίς να σπάει.

2. Η ικανότητα άμεσης και αποτελεσματικής προσαρμογής σε μεταβαλλόμενες συνθήκες ή νέες απαιτήσεις.

Συνώνυμα

ευκαμψία ελαστικότητα προσαρμοστικότητα λυγισιμότητα ευκινησία διαλλακτικότητα πλαστικότητα σβελτάδα σβελτοσύνη καμψιμότητα συμβιβαστικότητα ευστροφία ανεκτικότητα υποχωρητικότητα ρευστότητα

Αντώνυμα

ακαμψία δυσκαμψία αδιαλλαξία ανελαστικότητα απροσαρμοστικότητα αγκύλωση δυσκινησία δογματισμός σκληρότητα στενοκεφαλιά

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καθημερινή εξάσκηση βελτίωσε σημαντικά την ευελιξία των μυών και των αρθρώσεών του.
  • Η διοίκηση της εταιρείας έδειξε αξιοσημείωτη ευελιξία κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τους εργαζομένους.
  • Το νέο λογισμικό προσφέρει μεγάλη ευελιξία στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος εργασίας.
  • Στον σύγχρονο επιχειρηματικό κόσμο απαιτείται στρατηγική ευελιξία για να επιβιώσει ένας οργανισμός.