συμβιβαστικότητα
ουσιαστικό1. Διάθεση, πρόθεση ή ικανότητα για αμοιβαίες υποχωρήσεις με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας, τη διευθέτηση διαφορών ή την αποφυγή συγκρούσεων.
2. (μειωτικά) Υπερβολική υποχωρητικότητα και έλλειψη προσήλωσης σε αρχές για λόγους σκοπιμότητας ή ευκολίας.
Συνώνυμα
διαλλακτικότητα συγκαταβατικότητα υποχωρητικότητα συναινετικότητα συμφιλιωτικότητα ελαστικότητα ευκαμψία ενδοτικότητα μετριοπάθεια ανεκτικότητα ηπιότητα κατευναστικότητα κομφορμισμός πειθηνιότητα
Αντώνυμα
αδιαλλαξία ασυμβιβαστότητα ανυποχωρητικότητα ακαμψία απολυτότητα συγκρουσιακότητα ισχυρογνωμοσύνη πεισματικότητα δογματισμός μαχητικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Χάρη στη συμβιβαστικότητα των δύο πλευρών, οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν τελικά σε βιώσιμη συμφωνία.
- Η υπερβολική συμβιβαστικότητα της ηγεσίας εκλήφθηκε από πολλούς ως ένδειξη αδυναμίας και υποχώρησης από τις βασικές αρχές.
- Σε μια μακροχρόνια σχέση, η αμοιβαία συμβιβαστικότητα είναι απαραίτητη για την υπέρβαση των καθημερινών τριβών.
- Επέδειξε αξιοσημείωτη συμβιβαστικότητα κατά τη διάρκεια της κρίσης, αποφεύγοντας την επικίνδυνη πόλωση.