συγκαταβατικότητα
ουσιαστικό1. Διάθεση κατανόησης, ανοχής και υποχώρησης απέναντι στα σφάλματα, στις αδυναμίες ή στις επιθυμίες των άλλων με στόχο την ομαλή συνύπαρξη ή συνεννόηση.
Συνώνυμα
συγκατάβαση επιείκεια υποχωρητικότητα ανεκτικότητα διαλλακτικότητα καταδεκτικότητα κατανόηση ενδοτικότητα συμβιβαστικότητα ευμένεια υπεροψία πατρονάρισμα ανοχή πραότητα μεγαλοψυχία αλαζονεία
Αντώνυμα
αδιαλλαξία ανυποχωρητικότητα αυστηρότητα ακαμψία απολυτότητα σκληρότητα ανελαστικότητα σεβασμός ταπεινοφροσύνη σεμνότητα δογματισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Αντιμετώπισε τα λάθη του νέου υπαλλήλου με εξαιρετική συγκαταβατικότητα και υπομονή.
- Ο τόνος της φωνής του έκρυβε μια ενοχλητική συγκαταβατικότητα, λες και απευθυνόταν σε μικρό παιδί.
- Για να καταλήξουν σε συμφωνία οι δύο πλευρές, χρειάστηκε να επιδείξουν αμοιβαία συγκαταβατικότητα.
- Η υπερβολική της συγκαταβατικότητα παρεξηγήθηκε από πολλούς ως αδυναμία χαρακτήρα.