ευλάβεια
ουσιαστικό1. Στάση βαθιάς θρησκευτικής αφοσίωσης και σεβασμού προς το Θείο και τα ιερά, που εκδηλώνεται με προσευχή, τήρηση τελετών και σεβαστική συμπεριφορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευλάβεια των πιστών ήταν εμφανής στον ναό.
- Έβαλαν το ιερό βιβλίο με ευλάβεια στο τραπέζι.
- Προσέγγιζε την παράδοση με ευλάβεια, μεταφέροντας τα έθιμα στις νέες γενιές.
- Ο χειριστής εργαλείων έδειξε ευλάβεια για να αποφύγει ατυχήματα.
- Υπήρχε ευλάβεια στην ατμόσφαιρα όταν θυμόντουσαν τους πεθαμένους.