κοσμικότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή ο χαρακτήρας αυτού που δεν συνδέεται με τη θρησκεία ή τον κλήρο, ο μη θρησκευτικός χαρακτήρας ενός θεσμού ή κράτους.
Συνώνυμα
εγκοσμιότητα λαϊκότητα γηινότητα υλικότητα αθρησκευτικότητα κοινωνικότητα κοσμοπολιτισμός ματαιοδοξία εφημερότητα αίγλη χλιδή πολυτέλεια
Αντώνυμα
θρησκευτικότητα πνευματικότητα ιερότητα ασκητικότητα ασκητισμός αγιότητα ευλάβεια θεοκρατία ιερατικότητα μοναχισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η προάσπιση της κοσμικότητας του κράτους θεωρείται βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ανεξιθρησκίας.
- Παρά τη μεγάλη του περιουσία, απέφευγε την περιττή κοσμικότητα και προτιμούσε μια ήσυχη οικογενειακή ζωή.
- Οι μοναχοί εγκατέλειψαν οριστικά την κοσμικότητα για να αφοσιωθούν στην προσευχή και τον ασκητισμό.
- Τα έντυπα της εποχής αφιέρωναν ολόκληρες σελίδες στην κοσμικότητα της αθηναϊκής ελίτ.