ζαλίζω
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον ίλιγγο, σκοτοδίνη ή απώλεια της ισορροπίας και του προσανατολισμού.
2. Κουράζω ή εκνευρίζω έντονα κάποιον με συνεχή φλυαρία, φασαρία ή επίμονες ερωτήσεις και απαιτήσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έντονη μυρωδιά της μπογιάς με ζάλισε και αναγκάστηκα να βγω έξω.
- Σταμάτα να φωνάζεις, με ζάλισες με τις απαιτήσεις σου.
- Οι συνεχείς στροφές στον ορεινό δρόμο ζάλισαν τα παιδιά στο πίσω κάθισμα.
- Όλα αυτά τα περίπλοκα νούμερα και οι στατιστικές με ζαλίζουν.